Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Ηλ.Χαλιγιάννης: " ΟΛΑ ΟΣΑ ΠΕΡΑΣΑΜΕ..."

Υπάρχουνε στιγμές τελικά, που οι ίδιες οι σκέψεις, οι προτάσεις, η εφαρμογή της πολιτικής μέσα σε μία φιλελεύθερη δημοκρατία, καταργούνε την ατομική αυτονομία, αδυνατώντας να συντηρήσουνε ένα διάλογο για το τι είναι ωφέλιμο, για ποιον είναι ωφέλιμο και γιατί να είναι ωφέλιμο ένα μέτρο ή μία μεταρρύθμιση…και δυστυχώς αποτυγχάνουν, συνθλίβοντας στο περασμά τους περιουσίες, πρόσωπα, επαγγέλματα και θεσμούς. Όχι, δεν είμαι λάτρης φιλοσόφων. Προτιμώ να πατάω στη γη.

Κανείς μας δεν αισιοδοξούσε πριν 2 χρόνια για το μέλλον του ΕΟΠΥΥ. Πόσο μάλλον, όταν τη σύλληψη της ιδέας καθώς και την υλοποίηση της πράξης που λέγεται ενιαίος ασφαλιστικός φορέας, αναλαμβάνει ένας πολιτικός που έχει “μαύρα μεσάνυχτα” για τον τομέα της Υγείας, ενώ την προσωπικότητα του συμπληρώνουν η έπαρση, ο εγωισμός, η άγνοια κινδύνου αλλά και μία χαρισματική ικανότητα διαστρέβλωσης της αλήθειας και παραπλάνησης του ουδέτερου ακροατή στον τηλεοπτικό μονόλογο.



Πανικόβλητος από την πρόσφατη είσοδο της χώρας στο μηχανισμό στήριξης, διακατεχόμενος από υπέρμετρη φιλοδοξία ότι θα επιτύχει στο έργο του και πεπεισμένος οτι ο χώρος της υγείας – ή μάλλον της φαρμακευτικής περίθαλψης - δε διαφέρει σε τίποτα από αυτόν της ιταλικής μαφίας, αναλαμβάνει το ρόλο του εκτελεστή διαταγών. Η διεκπεραίωση του σχεδίου δεν επαφίεται εξ΄ολοκλήρου στον στον ίδιο. Οι συνεργάτες και σύμβουλοί του, με τις “δάφνες” του London School of Economics και λοιπών εξειδικεύσεων στα οικονομικά της υγείας, τον ωθούνε σε ακραίες πολιτικές αποφάσεις, των κατ΄επίφαση μνημονιακών οδηγιών, που επιβάλλουν διαρθρωτικές αλλαγές στον τομέα Υγείας. Οι διαρκείς ιδεολογικοί ελιγμοί του τότε υπουργού Υγείας ερμηνεύονται ως απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Το πολιτικό κόστος του ίδιου καθώς και τα λάθη εις βάρος της υγείας του ελληνικού λαού, αναλαμβάνουνε να “ξεπλύνουνε” κυβερνητικά ΜΜΕ, ενώ τα αλλεπάλληλα “κατηγορώ” γύρω από τον τρόπο διαχείρισης και διάθεσης του φαρμάκου στην ελληνική κοινωνία, στρέφουν τεχνηέντως την κοινή γνώμη εναντίον των εξιλαστήριων θυμάτων, προκειμένου να διευκολύνουνε το έργο του Αν. Λοβέρδου. Τους φαρμακοποιούς με τα υπερκέρδη! Τους προνομιούχους “πωλητές” φαρμάκων! Την ευνοούμενη “συντεχνία”! Οι «παίκτες – κλειδιά» που θα μπορούσανε μέσα από διαπραγμάτευση να συμβάλουν δημιουργικά με τις προτάσεις τους σε ένα μακρύ αγώνα μεταρρυθμιστικής αναγκαιότητας για τη διάσωση του ασφαλιστικού συστήματος, παρουσιάζονται ως κύριοι υπαίτιοι της κατάρρευσης του Κράτους Πρόνοιας.

Κανείς δεν προέβλεπε τότε το μέγεθος της καταστροφής...

Ο κλάδος λοιδορείται. Στην προσπάθεια γενίκευσης του όρου «συντεχνία», ο Αν. Λοβέρδος, εξωτερικεύοντας μία συσσωρευμένη επιθυμία αυτοπροβολής, καταχράζεται και διαστρεβλώνει την έννοια του όρου «δημόσιο συμφέρον». Ταυτίζει το αόριστο «άνοιγμα» του επαγγέλματος με μία επίσης αδιευκρίνιστη «εξυγίανση», που θα φέρει η ποσοτική αύξηση των ήδη πολυάριθμων φαρμακείων, αδιαφορώντας όμως για την αναβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας. Μειώνονται τα πληθυσμιακά κριτήρια. Με επικοινωνιακά τεχνάσματα αυτοδικαίωσης, εξαπατά την κοινή γνώμη αλλά και πολλούς νέους συναδέλφους, με το πρόσχημα, οτι εξαιτίας του η πρόσβαση στην αγορά εργασίας γίνεται πραγματικότητα. Το δικαίωμα όμως στο όνειρο για πολλούς από εμάς, θα αποδειχθεί εφιάλτης στο άμεσο μέλλον.

Το επάγγελμα βάλλεται. Rebate – μείωση ποσοστού κέρδους. Σαν χθες θυμάμαι το Λουράντο στα καθημερινά παράθυρα των ειδήσεων, να προσπαθεί να αποδείξει στους προκλητικά εντολοδόχους δημοσιογράφους, το αυτονόητο. Οτι δηλαδη, όταν ένα φάρμακο κοστίζει στον ασθενή 100 ευρώ, ο φαρμακοποιός δεν κερδίζει τα 35! Ο φαρμακοποιός λοιπόν, εκτός από την προσπάθεια του να συγκρατήσει τις απότομες απώλειες ρευστότητας αλλά και τη στοιχειώδη ποιότητα ζωής μέσα από αλλεπάλληλες, ταχύτατες, πολύμηνες και «βίαιες» μειώσεις του εισοδήματος του, έχει να αντιμετωπίσει και την αδικία που υφίσταται από κυβερνητικούς παράγοντες και ΜΜΕ όσον αφορά στην αμφισβήτηση του κοινωνικού του ρόλου, καθώς τα ίδια τα ΜΜΕ δίνουν υπεραξία στο δίκιο των μέτρων που επινόησαν οι επιτροπές «Σοφών» και η αποφασιστικότητα του Αν. Λοβέρδου για τη «διάσωση» του κράτους Πρόνοιας. Η αξιοπρέπεια του φαρμακοποιού καταρρακώνεται μέσα από μεθοδευμένες και προκλητικές επιθέσεις δημοσιογράφων και πολιτικών παραγόντων, καθιστώντας τον αρκετές φορές περιττό(!) στο δομικό ιστό του συστήματος της υγείας μεταλλάσσοντας τον από κατεξοχήν λειτουργό υγείας σε «κοινωνικό επιχειρηματία»!

Λοβέρδος και Χρυσοχοΐδης, σε συνεννόηση με τους ιδιοκτήτες αλυσίδων super markets, απελευθερώνουνε αιφνιδιαστικά και αυθαίρετα τα γάλατα πρώτης βρεφικής ηλικίας, περιφρονώντας τη σχετική απόφαση του ευρωπαΪκού δικαστηρίου (492/664/29-6-1995- Υπόθεση C391/92), “στήνοντας” παράλληλα ένα επικοινωνιακό παιχνίδι γύρω από την τιμή πώλησης των εν λόγω προΪόντων που επικεντρώνεται στο οικονομικό όφελος του καταναλωτή και μόνο. Χλευάζουνε και περιπαίζουνε με διάφορα σχόλια τους ειδικούς που προειδοποιούνε για ενδεχόμενους κινδύνους της υγείας των νεογνών που απορρέουν από αυτήν την κίνηση του Υπουργείου Υγείας, καταπνίγοντας τις αντιδράσεις και στοχοποιώντας παράλληλα τις έντονες διαφωνίες των φαρμακοποιών για δήθεν κερδοσκοπικά οφέλη και “συντεχνιακή” λογική. Μία απόφαση η οποία αργοτερα θα αρθεί επαναφέροντας τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας…προσωρινά. Δεν παύει όμως να αποτελεί προπομπό της υλικής και θεσμικής άλωσης ενός χώρου υγειονομικής περίθαλψης που γίνεται βορά εγχώριων και ξένων συμφερόντων.

Οι φιλότιμες προσπάθειες αξιόλογων συναδέλφων μέσα από μελέτες, να αποδείξουνε εκείνη την εποχή ότι το ελληνικό φαρμακείο οδηγείται σε οικονομική και θεσμική σφαγή, όπως επίσης και η απάντηση της ελληνικής κοινωνίας μέσα από δημοσκοπήσεις που αναδεικνύουνε τη σωτήρια συμβολή και συμβουλή του φαρμακοποιού στην αντιμετώπιση της ασθένειας του πολίτη, αφήνουνε την πολιτική ηγεσία παγερά αδιάφορη.

Μακροοικονομικά η κατάσταση επιδεινώνεται. Ένα νέο μνημόνιο διαδέχεται το προηγούμενο. Τα ήδη δυσβάσταχτα μέτρα που επιβάλλονται στους Έλληνες φορολογούμενους πολίτες, δείχνουν να πολλαπλασιάζονται για τον κλάδο μας, όταν εκτός των νέων περικοπών στο φάρμακο, η εξόφληση παλαιότερων οφειλών απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο. Τα τεχνάσματα του 3,5% κουρέματος, η εμπλοκή Σαχινίδη με απατηλές υποσχέσεις πληρωμών του ΟΠΑΔ και η συνεχής συγκατάθεση του Λοβέρδου για νέα περιστολή δαπανών στην υγεία μόνο από το φάρμακο, δεν αφήνουνε κανένα περιθώριο αισιοδοξίας για έναν ΕΟΠΥΥ που ολοένα και γιγαντώνεται με την είσοδο νέων Ταμείων σε ασφαλισμένους αλλά και σε χρέη. Ο προϋπολογισμός «δε βγαίνει»...
Στο σημείο εκείνο ο Λοβέρδος αποφασίζει να κάνει την «κίνηση ματ» που θα δημιουργήσει το μεγάλο ανεπούλωτο - μέχρι και σήμερα - τραύμα στον κλάδο. Θα εκβιάσει τη βίαιη μετατροπή της κοινής συνείδησης των φαρμακοποιών σε ατομική αποξένωση και τυφλό ανταγωνισμό, θα αλλοιώσει την επιστημονική υπόσταση του επαγγέλματός μας, θα παραμορφώσει ανεπανόρθωτα το συλλογικό αγώνα για επιβίωση και δικαίωση, θα διαβρώσει το ήθος, θα διχάσει αλλά πάνω απ’ όλα θα καλλιεργήσει τον κανιβαλισμό σε έναν κλάδο που μέχρι τότε, η δεοντολογική συμπεριφορά και ο αλληλοσεβασμός προσδιόριζαν σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα ζωής του Έλληνα φαρμακοποιού. Το ελεύθερο ωράριο λειτουργίας των φαρμακείων εντασσόμενο μαζί με μία πληθώρα μέτρων, αρχικά δεν εγκρίνεται από την ολομέλεια της Βουλής. Ένα μέτρο που δε συγκαταλέγεται ασφαλώς στις απαιτήσεις των ΤροΪκανών αλλά αποτελεί προσωπικό στοίχημα του Λοβέρδου με όλους όσους επιβουλεύονται τον παρθένο χώρο του ελληνικού φαρμακείου.

Επανέρχεται από τον ίδιο λίγο αργότερα σε μία πιο αυταρχική και πρωτόγονη εκδοχή του, επικυρώνοντάς το, με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, παρακάμπτοντας έτσι την αρχή του ελλήνικου κοινοβουλίου και ακυρώνοντας στην πράξη όχι μόνο την εποπτεία αλλά και λειτουργία των συλλογικών οργάνων του κλάδου των φαρμακοποιών. Τίποτα πια δε θα είναι όπως παλιά. Οι μάσκες πέφτουν. Ο Αν. Λοβέρδος δεν υπερασπίζεται πλέον την τότε κομματική του γραμμή αλλά δρομολογεί μέσα από τον εργασιακό ξεριζωμό, τη δημιουργία φαρμακείων δύο ταχυτήτων, διευκολύνοντας έτσι την πρόσβαση τρίτων που περιμένουνε υπομονετικά και επίμονα. Η διεύρυνση της διαστρωμάτωσης μέσα από την εφεύρεση της παράνοιας που λέγεται «ελεύθερο ωράριο λειτουργίας», στρέφει συνάδελφο εναντίον συναδέλφου. Η δικαιολογημένα συσσωρευμένη αδικία που βιώνει το φαρμακείο της γειτονιάς δημιουργεί εσωτερικά προβλήματα στον κλάδο. Η βιοποριστικής σημασίας εφημερία μετουσιώνεται σε υπερωριακή αγγαρεία, μιας και ο μεγαλύτερος όγκος των ασθενών δεν εξυπηρετείται αποκλειστικά από τα εφημερεύοντα φαρμακεία. Οι τζίροι των «μικρών» φαρμακείων δέχονται ένα από τα πιο αποφασιστικά και ύπουλα χτύπηματα.
Το ελληνικό φαρμακείο, από χώρος πρωτοβάθμιας περίθαλψης με συγκεκριμένο πλαίσιο επιστημονικής δραστηριότητας και εργασιακής λειτουργίας, κινδυνεύει να μεταλλαχθεί πλέον σε εμπορικό κατάστημα, που στην προσπάθεια για προσέλκυση του καταναλωτή, επενδύει περισσότερο σε προΪόντα υγιεινής και κοσμητολογίας. Μία δευτερεύουσα επιβλαβής παρενέργεια του ελεύθερου ωραρίου λειτουργίας, υπήρξε η «παρδαλοποίηση» του μικροπεριβάλλοντος του φαρμακείου, που στα πλαίσια του μη συλλογικού ανταγωνισμού και της απληστείας, ώθησε το φαρμακοποιό σε «επενδύσεις» που υποβάθμισαν την επιστημονική του δυναμική, απομακρύνοντας τον όλοένα και περισσότερο από την υποχρέωση να περιχαρακώσει το χώρο του και να προστατέψει το κοινωνικό αγαθό που τον διαφοροποιεί ως επαγγελματία και τον αναδεικνύει σε λειτουργό υγείας.

Η συρρίκνωση του επαγγέλματος αρχίζει να ψιθυρίζεται. Μη αξιολογήσιμα δημοσιεύματα που μιλούνε για συνομιλίες του υπουργού υγείας και των συμβούλων του με ισραηλινά συμφέροντα και «υπεργολάβους» αλυσίδων φαρμακείων «δίνουν και παίρνουν». Σίγουρα, «όπου υπάρχει καπνός υπάρχει φωτιά», όμως οι βουλευτικές εκλογές που ανακοινώνονται σύντομα, δε θα μας αφήσουνε - ευτυχώς ποτέ - να μάθουμε την έκβαση των διαπραγματεύσεων για το παρασκήνιο εκείνης της εποχής, που παιζόταν εις βάρος μας και εν αγνοία μας. Τα επώδυνα μέτρα όμως συνεχίζονται.
Η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας δε δείχνει κανένα σημάδι ανάκαμψης. Αντιθέτως, η ύφεση βαθαίνει. Οι εισφορές για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη χάνονται «στο δρόμο για τον ΕΟΠΥΥ». Ο ΕΟΠΥΥ ψάχνει αλλά δε βρίσκει έσοδα. Τα ασφαλιστικά ταμεία που απαρτίζουνε το νεοσύστατο ασφαλιστικό φορέα αρνούνται να το χρηματοδοτήσουνε. Το ίδιο το κράτος επίσης. Ο Λοβέρδος όχι μόνο δεν απαιτεί κρατική χρηματοδότηση αλλά εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι η περαιτέρω εξοικονόμηση πόρων από το φάρμακο είναι αναγκαία, όμως αυτή στην πραγματικότητα, θα προέλθει από την αφαίμαξη των φαρμακοποιών. Ο ίδιος, αναλαμβάνει το ρίσκο να δοκιμάσει τα όρια της οικονομικής εξόντωσης ενός επαγγελματικού κλάδου που δείχνει εξουθενωμένος. Δεν υπολογίζει όμως ότι τα προβλήματα που θα δημιουργήσει, δε θα έχουνε μόνο πολιτικό κόστος για τον ίδιο αλλά πρωτίστως κοινωνικό.

Το rebate αυξάνεται. Ένα extra rebate εμφανίζεται. Το κέρδος των συνταγογραφούμενων φαρμάκων δέχεται οριζόντια μείωση 2,5% στη χονδρική. Νέα δελτία τιμών διαδέχονται το ένα μετά το άλλο. Κατακρημνίζεται το ποσοστό κέρδους των ΦΥΚ και ανακοινώνεται η πάγια αμοιβή των 30 ευρώ για φάρμακα των οποίων η αξία ξεπερνά τα 200 ευρώ. Αρνητικές λίστες φαρμάκων και ΜΗΣΥΦΑ, συναγωνίζονται για το ποια θα εμπλουτιστεί όλο και περισσότερο. Οι πληρωμές αρχίζουνε και ξεχειλώνουνε οριακά πέραν των 45 ημερών, οι οποίες πραγματοποιούνται με εξαιρετικά μεγάλη δυσκολία εύρεσης χρημάτων και προπάντων βούλησης. Το αυτονόητο γίνεται πολυτέλεια. Η εφοδιαστική αλυσίδα και το χονδρεμπόριο μετακυλίουν τη δική τους δεινή θέση, σφίγγοντας ακόμα περισσότερο τη θηλιά, μειώνοντας σε δυσβάσταχτο σημείο το χρονικό εύρος των επιταγών, επιβαρύνοντας το σαστισμένο πια φαρμακοποιό, με επιπλέον χρέος. Το σύστημα έχει βραχυκυκλώσει. Το ψευτοδίλημμα «φάρμακα ή συντάξεις» καθηλώνει, απογοητεύει και παράλληλα τρομάζει ενώ ταυτόχρονα, ανακοινώνονται αναποτελεσματικά μέτρα χαμηλής πολιτικής και τεχνοκρατικής νοημοσύνης, που υποτίθεται οτι θα ισχύσουν αργότερα, μετατρέποντας τον πάγκο του φαρμακείου σε «παγκάρι συνταγών», αφού η εκτέλεση της συνταγής θα κοστίζει 1 ευρώ «υπέρ φαρμακοποιού», ασχέτως αν τελικά το μέτρο εξουδετερώθηκε από την ίδια την πραγματικότητα.
Η γενικότερη κατάσταση στο χώρο της υγείας μοιάζει ανεξέλεγκτη. Μη διαχειρίσιμη. Η ανθρωπιστική κρίση είναι εμφανέστατη. Η τρομακτική αύξηση των κρουσμάτων AIDS, η αποσύνθεση υποστηρικτικών κρατικών δομών τύπου ΟΚΑΝΑ, οι ελλείψεις φαρμάκων και αναλωσίμων στα νοσοκομεία, η στέρηση εμβολιασμών, ο αποδεκατισμός ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού συντελούνε στη ζοφερή πραγματικότητα που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Ο τρόπος αντιμετώπισης των οροθετικών κρουσμάτων παραπέμπει σε Λοβέρδο - Ηρώδη, ενώ ο συνωστισμός στα νεοσύστατα φαρμακεία – αποθήκες του ΕΟΠΥΥ, θυμίζει συσσίτιο Κατοχής. Οι παθογένειες του συστήματος από τα «επιτεύγματα» του Αν. Λοβέρδου είναι πλέον μη αναστρέψιμες. Το επάγγελμα του φαρμακοποιού - όπως ήταν αναμενόμενο - «παρασημοφορείται» από μελέτες της Ε.Ε. ως το πιο οικονομικά επισφαλές στην Ελλάδα των Μνημονίων.

Συμπερασματικά, ο Αν. Λοβέρδος υπήρξε το ακατάλληλο πολιτικό πρόσωπο, στην ακατάλληλη θέση, την ακατάλληλη χρονική στιγμή. Διαχειρίστηκε με έναν προσωπικής του επιλογής μνημονιακό(;) τρόπο το χώρο της Υγείας, που αποδείχθηκε - το λιγότερο - μη ανταποδοτικός, αντιμετωπίζοντας φονταμενταλιστικά τους στυλοβάτες λειτουργούς υγείας, λαμβάνοντας μέτρα που παγίωσαν την αβεβαιότητα, την ανισότητα, τον ατομισμό, εδραιώνοντας μία χαοτική πραγματικότητα στην πρόσβαση της (ιατρο)φαρμακευτικής περίθαλψης.
Οι πολιτικές εξελίξεις είναι καταιγιστικές. Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ αποτυγχάνει ολοσχερώς στον τρόπο διαχείρησης της κρίσης και ανακοινώνονται βουλευτικές εκλογές. Η χώρα “κουράζεται” και ταυτόχρονα παρακμάζει ακόμη περισσότερο μέσα από μία μακρά προεκλογική περίοδο. Κατά την περίοδο αυτή ο κάθε κομματικός αρχηγός κλωνοποιείται σε Μεσσία αλλοτινών εποχών. Ο πολιτικός λόγος συναρθρώνεται συμπονετικά με την ηθική, σχεδόν από όλους τους κομματικούς μηχανισμούς, και η παραδοχή του μέχρι πρότινος παραλογισμού δείχνει τις ρεαλιστικές διαστάσεις στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο κλάδος. Επιτέλους τα πράγματα εκλογικεύονται!

Ο φαρμακοποιός δεν μπορεί να πληρώνει χωρίς να πληρώνεται, γι αυτό θα προχωρήσουμε άμεσα σε συμψηφισμό χρεών με τους φαρμακοποιούς”. “Θα δώσουμε λύση στο θέμα του Τειρεσία που απειλεί άδικα τους φαρμακοποιούς”. "Θα χρηματοδοτήσουμε γενναία τον ΕΟΠΥΥ, έτσι ώστε να δώσουμε λύση στον τομέα της Υγείας, πληρώνοντας τα χρεωστούμενα στους παρόχους του”. Όλα τα παραπάνω δια στόματος Αντώνη Σαμαρά. Όπως ήτανε φυσικό, οι ιδεολογικές καταβολές της πλειοψηφίας των μελών του κλάδου εναρμονίζονται πλήρως με την ελπίδα που ανατέλλει από τις υποσχέσεις Σαμαρά, προσδοκώντας “ανάσταση φαρμακοποιών”. Μάταια...
Οι πληρωμές αρχίζουν να “ξεχειλώνουν” επικίνδυνα. Η υπηρεσιακή κυβέρνηση προσπαθεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της ανεπιτυχώς...ή καλύτερα, ημιτελώς. Οι διεκδικήσεις μας αυτήν την περίδο, περιορίζονται στις πληρωμές και μόνο αυτές, όπως είναι φυσικό. Ενας Πικραμένος, μαζί με το Χρήστο Κίττα (πρώην Πρύτανη του ΕΚΠΑ) σε ρόλο υπουργού υγείας, θέλουν αλλά δεν μπορούν…μπορούν αλλά δε θέλουν! Εφαρμόζουνε λοιπόν τη “συμβιβαστική” λύση της βασανιστικής-τμηματικής εξόφλησης. Το “μαρτύριο της σταγόνας”, όπως χαρακτηρίζεται από το σύνολο του κλάδου, είναι ένα πρωτότυπο μέτρο που υιοθετείται - και καλά κρατεί - μέχρι σήμερα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Ωστόσο, οι μνήμες όλων μας από την υπηρεσιακή κυβέρνηση, αδυνατούνε να αξιολογήσουνε είτε θετικά είτε αρνητικά το έργο των ιθυνόντων.

Ο δικομματισμός καταρρέει περίτρανα. Εις το όνομα ενός Νέου Έθνους, όπως το έχουν συλλάβει οι νοσηροί εγκέφαλοι στην κορυφή, γεννιέται ο συγκυβερνητισμός! Το κομματικό “συνεταιρίζεσθαι”, παρ’ όλο που αρχικά υπόσχεται κοινό αγώνα για ευημερία και ανάπτυξη, δημιουργεί στην πραγματικότητα ένα “δημοκρατικό έλλειμμα”, που στοχεύει στον εξαναγκασμό, καταπνίγοντας τις κοινωνικές αντιδράσεις, αναπροσαρμόζοντας τη λειτουργία των θεσμών, διευκολύνοντας έτσι την υλοποίηση των επώδυνων μέτρων. Εις το όνομα της Τρόικας τελικά, όλα είναι δυνατά και θα τολμήσουμε!! Σαλμάς και Λυκουρέντζος, Λυκουρέντζος και Σαλμάς αναλαμβάνουνε δράση…
Αξίζει εδώ να σημειώσω, ότι στο πρώην υπουργικό “δίδυμο” Λοβέρδου – Τιμοσίδη, ο δεύτερος, βρισκότανε πάντα στη σκιά του πρώτου. Στο νέο όμως υπουργικό σχήμα, ξεθωριάζει η διάκριση της ιεραρχίας των αξιωμάτων, με αποτέλεσμα η μεταξύ τους συνεννόηση να καθίσταται προβληματική. Οι διαφωνίες μεταξύ υπουργού και υφυπουργού υγείας στον τρόπο χειρισμού των κρίσιμων ζητημάτων διαρρέουν και ένας ερασιτεχνισμός πολιτικού σχεδιασμού, κωλυσιεργεί σχετικά με τη λήψη πρωτοβουλιών που απαιτούν άμεσα λύση. Η ανησυχία στους κόλπους του κλάδου γίνεται έκδηλη.

Ο χρόνος κυλάει εις βάρος μας. Οι πληρωμές έχουνε ξεχειλώσει. “Κάλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι”, λέει μία λαϊκή μας παροιμία. Οι τράπεζες όμως θέλουν και τα δέκα στην ώρα τους, όχι τα πέντε. Ο κλάδος συνθλίβεται οικονομικά ανάμεσα σε δύο «μυλόπετρες». Από τη μία η αδιαπραγματεύτη υποχρέωση του φαρμακοποιού να είναι συνεπής προς τρίτους έτσι ώστε να εξασφαλίσει τη φαρμακευτική περίθαλψη στον πολίτη και από την άλλη η άρνηση της Πολιτείας να είναι αντίστοιχα συνεπής προς το φαρμακοποιό για να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του, μας εξαναγκάζει να βιώσουμε έναν ιδιότυπο και απάνθρωπο ρατσισμό σε βάρος μας.
Η πραγματικότητα δυστυχώς, είναι τελείως διαφορετική από αυτήν που ενδόμυχα καρτερούσαμε με την αλλαγή της πολιτικής ηγεσίας. Ο κλάδος επιδεικνύει μία αυτοκαταστροφικά ανεξάντλητη υπομονή, τη στιγμή που η παραπάνω παροιμία εφαρμόζεται συστηματικά ως κυβερνητική εντολή. (Προσωπικά, δεν αποδίδω σημαντικές ευθύνες στους εκάστοτε διοικητές του ΕΟΠΥΥ. Δεν αποτελούνε τίποτε περισσότερο από «πιόνια» ενός παιχνιδιού. Οι ευθύνες τους περιορίζονται στο διαδικαστικό κομμάτι των πληρωμών. Αυτοί που αποφασίζουνε τις πληρωμές βρίσκονται σε κυβερνητικές θέσεις.).
Οι προεκλογικές δεσμεύσεις περί συμψηφισμού ανακαλούνται. Όχι για όλους όμως. Συμψηφισμός μόνο για τη βιομηχανία!! Άλλος ένας ιδιότυπος οικονομικός ρατσισμός σε βάρος μας (βλ. όπως παραπάνω). Ο Τειρεσίας εξακολουθεί να απειλεί. Τα νέα δελτία τιμών επιβαρύνουνε ακόμα περισσότερο το ανύπαρκτο - εκείνη την εποχή - εισόδημα προκαλώντας νέα αναστάτωση αλλά και πλήρη απογοήτευση με την προχειρότητα που ανακοινώνονται, σε σημείο που η ΗΔΙΚΑ σηκώνει και αυτή τα χέρια ψηλά. Οι φαρμακευτική δαπάνη όμως πρέπει να συρρικνωθεί.

Κάπου εκεί, ανακοινώνεται και επίσημα η στάση πληρωμών του ΕΟΠΥΥ δια στόματος Σαλμά, με το πρωτοφανές στα χρονικά «προφορικό χρονοδιάγραμμα πληρωμών» που εξαπατά και υπνωτίζει τον κλάδο για ακόμα δύο ολόκληρους μήνες! Δυστυχώς, η «βάση» πληρώνει ακριβά τις λανθασμένες επιλογές της πλειοψηφίας των εκλεγμένων αντιπροσώπων της, που παρασύρονται αφελώς από τις κυβερνητικές υποσχέσεις, απορυθμίζοντας - με τη συγκατάθεσή τους - πλήρως τους οικονομικούς και νομικούς κανόνες που επιβάλλει η ομαλή λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας του φαρμάκου...Η φαρμακευτική περίθαλψη του ελληνικού λαού, στηρίζεται πλέον καθαρά στις εναπομείνουσες οικονομικές δυνάμεις των φαρμακοποιών, οι οποίοι όχι μόνο περιμένουνε να πληρωθούνε παλαιά χρέη αλλά φορτώνονται με πολλαπλάσια νέα.
Όπως ήτανε φυσικό, φαρμακεία κλείνουνε και περιουσίες αφανίζονται. Η κατανόηση και η στήριξη των ΣΥΦΑ, συντηρεί ευτυχώς τις ελπίδες βιωσιμότητας πολλών συναδέλφων, αναλαμβάνοντας το οικονομικό κόστος, στα όρια των δυνατοτήτων τους. Οι συνεταιρισμοί μας επιβιώνουν, τη στιγμή που αρκετές ιδιωτικές αποθήκες καταρρέουν. Οι επιλογές της τροφοδοτικής διακλάδωσης όμως περιορίζονται.

Η βιομηχανία δεν αφουγκράζεται την έλλειψη ρευστότητας που έχει προκαλέσει το πάγωμα πληρωμών του ΕΟΠΥΥ. Καμία ελαστικότητα στους όρους αγοράς. Εξακολουθεί να κρατά μία άκαμπτη στάση απέναντι στην υπόλοιπη εφοδιαστική αλυσίδα του φαρμάκου που έχει πλέον στρεβλώσει. Το φαινόμενο των ελλείψεων γιγαντώνεται. Οι εταιρείες αρνούνται να τροφοδοτήσουνε την ελληνική αγορά και πλαφονάρουν τον όγκο των αγαθών τους, γεγονός που προκαλεί τεράστιες ελλείψεις σε βασικά φάρμακα, οι οποίες μάλιστα επιδεινώνονται ακόμα περισσότερο στη συνέχεια από τις παράνομες εξαγωγές που οργιάζουνε. Η οικονομική αδυναμία του φαρμακοποιού να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των ασθενών, διογκώνει ακόμα περισσότερο το πρόβλημα που ντροπιάζει τη χώρα στα ξένα τηλεοπτικά δίκτυα. Η φαρμακευτική περίθαλψη βρίσκεται ένα βήμα πριν την κατάρρευση. Απρόθυμη να αντιδράσει, η πολιτική ηγεσία απλά παρατηρεί το πρόβλημα που διαρκώς οξύνεται.

Ο Μάριος Σαλμάς αποφασίζει να παρέμβει, ανακοινώνοντας μία αγορανομική διάταξη που «επιβάλλει» στις εταιρείες τη διεύρυνση της πιστωτικής τους πολιτικής για το χονδρεμπόριο, επεκτείνοντάς την στο δίμηνο. Οι αντιδράσεις από πλευράς εταιρειών εντονότατες. Αρκετά συνδικαλιστικά στελέχη του κλάδου, βιάζονται να πανηγυρίσουν μία πολυπόθητη «νίκη». Η αδιάλλακτη στάση των εταιρειών συνεχίζεται, καθώς αποδίδουν οι ίδιες δυνητική ερμηνεία στη διάταξη του νόμου, ακυρώνοντας την εφαρμογή της! Τίποτα δεν αλλάζει, παρά τις προσδοκίες για εξομάλυνση των όρων στη φαρμακευτική αγορά. Μέσα σε όλο τον παραλογισμό μίας συνεχούς οικονομικής αφαίμαξης, ο φαρμακοποιός περιμένει ακόμα την υλοποίηση του χρονοδιαγράμματος πληρωμών (περίπου 600 εκ. Ευρώ)

Η οργή όμως των 11.500 συναδέλφων ξεχυλίζει, όταν οι δεσμεύσεις περί πληρωμών αποδεικνύονται για μία ακόμη φορά ψεύτικες. Ο εμπαιγμός απέναντι στους φαρμακοποιούς συνεχίζεται. Παρ’ όλο που η συλλογική σύμβαση έχει εκτιναχθεί από τις 45 στις 70 ημέρες, η ποσοστιαία και πάλι καταβολή μέρους των οφειλομένων παρουσιάζεται επικοινωνιακά ως χάρη, δια στόματος Σαλμά, ενώ το χρέος του ΕΟΠΥΥ που συνεχώς διογκώνεται, φτάνει πλέον σε μη διαχειρίσιμα επίπεδα. Το πηγάδι των χρεών, δείχνει να είναι απύθμενο για τον κλάδο. Γίνεται αντιληπτό πλέον, ότι η έννοια της συλλογικής σύμβασης δεν έχει καμία υπόσταση, τη στιγμή που η έλλειψη πολιτικής εντιμότητας μετατρέπεται σε εκδικητική μανία απέναντι στα δίκαια αιτήματα του κλάδου.

Το ανεφάρμοστο «χρονοδιάγραμμα Σαλμά», επικυρώνεται με τη μορφή ενός νέου μνημονιακού όρου, που μεταφέρει ημερολογιακά τη συμβατική υποχρέωση πληρωμών του ΕΟΠΥΥ στις 60 ημέρες. Μέρος των χρημάτων που διεκδικούμε, κρατούνται σαν εφ’ όρου ζωής «καπάρο» στον ΕΟΠΥΥ. Σαν να μην έφτανε αυτό, το νέο μεσοπρόθεσμο νομιμοποιεί την εκπρόθεσμη κράτηση του rebate δρομολογώντας μάλιστα την υφαρπαγή των δεδουλεμένων μας συμπεριλαμβάνοντας τον όρο της «αναδρομικότητας»!!

Οι απειλές που ξεστομίζονται από τον υπουργό Υγείας Αν. Λυκουρέντζο, δείχνουνε το μέγεθος της αχαριστίας και της απαξίωσης απέναντι στον κλάδο που στήριξε με δικά του αποκλειστικά χρήματα, τη φαρμακευτική περίθαλψη του ελληνικού λαού. Οι ωμοί εκβιασμοί περί ατομικών συμβάσεων και «φιλελευθεροποίησης» του φαρμάκου επειδή αδυνατούμε να συνεχίσουμε να πληρώνουμε εμείς οι φαρμακοποιοί τα φάρμακα των πολιτών, ακούγονται στις γενικές συνελέυσεις των φαρμακευτικών συλλόγων της χώρας, σαν κακόγουστο αστείο. Ο παραλογισμός οργιάζει. Απρόσμενα, τα ΜΜΕ αντιλαμβάνονται σε μεγάλο βαθμό, οτι δεν μπορούν να συμμετέχουνε σε ένα θέατρο του παραλόγου στοχοποιώντας έναν απλήρωτο κλάδο, και αυτή τη φορά ουδετεροποιούνται και δίνουνε φωνή στους φαρμακοποιούς που αδικούνται κατάφωρα.

Τα «καλοπιάσματα» του Αν. Λυκουρέντζου, η παραδοχή λαθών απο πλευράς του, οι νέες υποσχέσεις περί εξόφλησης των χρεωστούμενων του ΟΠΑΔ που αιωρούνται για 14 ολόκληρους μήνες και ένα ακόμα «μεζεδάκι» πληρωμών, φαίνονται σαγηνευτικές υποσχέσεις για να πείσουνε την επιτροπή διαπραγματεύσεων του κλάδου. Όχι όμως τους χιλιάδες φαρμακοποιούς που εξαναγκάζονται να θυσιαστούνε εις μάτην στο βωμό της κοινωνικής ευαισθησίας που επιβάλλει το λειτούργημα του φαρμακοποιού.
Τα παλιότερα χρεωστούμενα του ΟΠΑΔ επιτέλους πληρώνονται, όχι απλά κουρεμένα κατά 3,5% αλλά κατακρεουργημένα, αφού από την κράτηση του αναδρομικού rebate - που τελικά εφαρμόζεται αιφνιδιαστικά - επιστρέφεται μεγάλο μέρος των χρημάτων αυτών, ενώ τα φαρμακεία της περιφέρειας καλύπτουνε τη μεγάλη περικοπή χρημάτων από τους λογαριασμούς του ΕΟΠΥΥ, εκταμιεύοντας χρήματα του πάλαι ποτέ κραταιού ΟΓΑ.

Ο χρόνος κυλά. Τα ψυχικά και σωματικά αποθέματα για νέους αγώνες έχουνε εξαντληθεί. Τα οικονομικά αποθεματικά για κάποιους εκμηδενίζονται, για άλλους έχουνε «στραγγίσει» και για τους νεότερους συναδέλφους απλά δεν υπάρχουν. Η αγωνία των πληρωμών αποτελεί μία πραγματικότητα που ενσωματώνεται στην καθημερινότητα καθιστώντας αβέβαιη όχι μόνο τη βιωσιμότητα του φαρμακείου μας αλλά και την επιβίωση των οικογενειών μας. Ο κλάδος αφήνεται στην τύχη του. Σε μία τύχη που δυστυχώς ο ίδιος επελεξε να αφεθεί.

Ο τζίρος του φαρμακείου κατρακυλά συνεχώς σε έναν κατήφορο δίχως τέλος και οι πληρωμές του ΕΟΠΥΥ που ξεπερνούνε τις 100 ημέρες, καθιστούνε το επάγγελμα ολοένα και περισσότερο ζημιογόνο! Τα ανεπιτυχή μέτρα που λαμβάνονται για περαιτέρω μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης, γενικεύουνε το φαινόμενο των ελλείψεων σε όλες σχεδόν τις κατηγορίες φαρμάκων με αποτέλεσμα ο φαρμακοποιός να εισπράττει άδικα όχι μόνο την οργή των ασθενών που αδυνατούνε να βρούνε τη φαρμακευτική αγωγή τους αλλά και την αγανάκτηση τους, λόγω της αύξησης της συμμετοχής που επιβάλλει το μέτρο της «ασφαλιστικής τιμής». Το τεφτέρι κατέχει πλέον εξέχουσα θέση στο συρτάρι του φαρμακείου και εμπλουτίζεται με καθημερινό χρέος, αποδυναμώνοντας το καθημερινό ταμείο, στερώντας την κάλυψη των προσωπικών βασικών υποχρεώσεων του φαρμακοποιού. «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω»! Δυστυχώς όμως, υπό αυτές τις προϋποθέσεις, το εύρος της οικονομικής διαστρωμάτωσης του κλάδου, απλά παρατείνει την αγωνία ή επιταχύνει ένα σίγουρο θάνατο.
Η οικονομική παρακμή που βιώνει το ελληνικό φαρμακείο δε δείχνει -όπως είναι φυσικό - να συγκινεί την ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, η οποία συνεχίζει να διαπραγματεύεται με την Τρόϊκα την περαιτέρω μείωση ενός προκλητικά μη βιώσιμου ποσοστού κέρδους, που σε περίπτωση εφαρμογής του, θα αποτελέσει και την ταφόπλακα του επαγγέλματος. Επίσης, υπονομεύεται ο θεσμικός ρόλος του φαρμακοποιού, καθώς τα συμφέροντα που πιέζουνε για απελευθέρωση της φαρμακευτικής αγοράς δρομολογούνε την υλική άλωση και μαζί την πλήρη κατάρρευση της αναγκαιότητας του φαρμακείου ως χώρος παροχής πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης.
Με εξαίρεση την εφαρμογή της συνταγογράφησης με βάση τη δραστική ουσία που έπληξε συμφέροντα και μόνο, κανένα, μα κανένα μέτρο δεν λειτούργησε με τρόπο τέτοιο που το όφελος του να υπερτερεί έναντι του κόστους. Παρ’ όλη την εσωτερική πόλωση που δημιούργησε αρχικά η εφαρμογή της δραστικής ουσίας στους κόλπους της υγείας, μία βαθύτερη προσέγγιση γύρω από την αποτελεσματικότητα του μέτρου, αποδεικνύει, οτι η συλλογική προσπάθεια για αποδοτικότερη λειτουργία των θεσμών, ως σύστημα δεοντολογικών αρχών, πηγάζει μόνο από την ανιδιοτελή και υπεύθυνη στάση, καθώς επίσης και από την έντιμη εποπτεία των «ιδιοκτητών» τους, με γνώμονα πάντα το ευρύτερο κοινωνικό συμφέρον.

Θα μπορούσε κανείς να πει, οτι οι Σαλμάς και Λυκουρέντζος, απλά συνέχισαν την καταστροφική πορεία που χάραξε ο προκάτοχός τους. Με τη μόνη διαφορά, ο Λοβέρδος σχεδίασε τη συρρίκνωση του επαγγέλματος μέσω θεσμικών κυρίως παρεμβάσεων, που με πρόσχημα τις μνημονιακές απαιτήσεις, δρομολόγησε τον προοδευτικό μαρασμό του ελληνικού φαρμακείο – βάσει οργανωμένου σχεδίου - προς όφελος συγκεκριμένων συμφερόντων που πιέζουν εντός και εκτός ελληνικού εδάφους. Και δυστυχώς τα έργα των ημερών του, μας ταλαιπωρούνε ακόμα και σήμερα...Οι διάδοχοί του, εφάρμοσαν σαρωτικά οικονομικά μέτρα, στερώντας το βιοπορισμό του επαγγέλματος, διασκορπίζοντας έτσι και τις όποιες ελπίδες ανάκαμψης τρέφαμε από την αρχική ανακούφιση της διαδοχής Λοβέρδου. Η διαρκής κατακρήμνιση του τζίρου, τα ανεφάρμoστα χρονοδιαγράμματα, και η μετατόπιση των πληρωμών, εξανέμησαν τις ελπίδες βιωσιμότητας και οδήγησαν τον Έλληνα επιστήμονα-επαγγελματία-φαρμακοποιό, σε οικονομικό αποκεφαλισμό. «Στην πολιτική, διαδέχεται κανείς ηλίθιους και αντικαθίσταται από ανίκανους” είπε κάποτε ο Georges Clemenceau. Άραγε θα εξαιρεθεί των σοφών – όπως αποδείχθηκαν – των ιστορικών διαπιστώσεων του πρώην Γάλλου πρωθυπουργού ο Άδωνις Γεωργιάδης;

Ο πρόσφατος ανασχηματισμός έκρυβε μία απρόσμενη έκπληξη για τη θέση του Υπουργού Υγείας. Το άκουσμα του ονόματος και μόνο, προκαλεί αρχικά αμηχανία που η ανάγκη για επιβίωση την μετατρέπει σε προβληματισμό και η λογική σε απαισιοδοξία. Η χώρα οικονομικά έχει τελματώσει, ο ασφαλιστικός φορέας βρίσκεται ένα βήμα πρίν την κατάρρευση του και ο χώρος της Υγείας διαρκώς αποσυντίθεται σε όλα τα επίπεδα. Υπό αυτές τις συνθήκες λοιπόν, δεδομένου οτι ο Άδωνις Γεωργιάδης ξεκινάει τώρα το έργο του, με ποιο τρόπο θα ενεργήσει; Θα κληρονομήσει άραγε τη νοοτροπία των προκατόχων του, που ηγήθηκαν ενός ταυτόσημου σχεδίου, παρουσιάζοντας την υγεία ως πηγή δαπανών που βαρύνει την ανάπτυξη ή θα διορθώσει τα ελαττώματα που δημιουργήθηκαν από την προβληματική λειτουργία του θεσμού, αντιμετωπίζοντάς την ως προΫπόθεση ανάπτυξης και παραγωγής αξιών;

Γεγονός είναι οτι οι παρεμβάσεις στο φαρμάκο έχουν αποτύχει παταγωδώς. Κι αυτό, γιατί πολύ απλά η πολιτική που χαράχθηκε, βασίστηκε στο λανθασμένο σκεπτικό του «όσο περισσότερο συμπιέσουμε την τιμή του, τόσο περισσότερο θα μειωθεί η φαρμακευτική δαπάνη». Λαμβάνοντας ως σημείο αναφοράς τον ασφαλισμένο, καταλαβαίνουμε αμέσως οτι η διαρκής μείωση της τιμής του φαρμάκου όχι μόνο δεν ωφελήσε αλλά αντιθέτως, επιβάρυνε οικονομικά τον ίδιο. Σίγουρα, την τελευταία δεκαετία, δημιούργηθηκε μία πανάκριβη φαρμακευτική περίθαλψη, που το κόστος της αδίκως επωμιζόταν το ίδιο το κράτος. Παρ’ όλ’ αυτά δεν έγινε καμία προσπάθεια από την ίδια την Πολιτεία να συγκρατησεί την αυθαίρετη άνοδο της τιμής του φαρμακου. Το μεγάλο όμως «αγκάθι» που πλήγωσε ανεπανόρθωτα τη φαρμακευτική δαπάνη αποτέλεσε η μη ελεγχόμενη και συνεπώς αναίτια χορήγηση του κοινωνικού αυτού αγαθού στον ασθενή, διογκώνοντας για ιδιοτελή σκοπό το κόστος της θεραπείας των ασφαλισμένων, σε μη διαχειρήσιμο ποσό.(Καημένο «κέρδος φαρμακοποιών», πόσες ακόμα αμαρτίες άλλων θα σηκώσεις στις πλάτες σου άραγε...!!)
Φτάνοντας στο σήμερα, αντιλαμβανόμαστε οτι ο φαρμακοποιός στήριξε με απαράμιλλο θάρρος το θεσμό της Υγείας και με τρόπο που κανένας άλλος επαγγελματικός κλάδος δεν τόλμησε, επιδεικνύοντας αίσθημα ευθύνης και συνείδηση χρησιμότητας, όταν επανειλλημένα το ίδιο το Κράτος όχι μόνο αρνιόταν να καλύψει τη φαρμακευτική περίθαλψη του Έλληνα ασφαλισμένου μέσα από το συμβιβαστικό μόρφωμα του ΕΟΠΥΥ αλλά ροκάνιζε νομοθετικά διαρκώς τις ελπίδες ανασυγκρότησης του ελληνικού φαρμακείου στο μέλλον.

Δυστυχώς όμως, ο κλάδος πλήρωσε ακριβά τις επιλογές του, λόγω αυτής της ουτοπικής προσέγγισης επιβιωτισμού. Όφειλε παρ’ όλ’ αυτά, να υπερασπίσει την αναγκαιότητα της ύπαρξης του στην ελληνική κοινωνία, όχι μέσα από ένα μεγαλείο ψυχής που πασχίζει απεγνωσμένα να εξισορροπήσει το κοινωνικό δράμα, αψηφά τον κίνδυνο αφανισμού και καταλήγει αποδεδειγμένα στην ηρωική αλλά μάταιη αυτοθυσία, εξαλείφοντας παράλληλα το στίγμα μίας αποτυχημένης πολιτικής, αλλά από την πίεση και αποφασιστικότητα που επιβάλλει η συλλογική προσπάθεια για δικαίωση απέναντι στον εμπαιγμό και τον παραλογισμό που επινόησαν όσοι πίστεψαν οτι η οικονομική κάλυψη της φαρμακευτικής περίθαλψης δεν αποτελεί μέχρι σήμερα, αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση του Κράτους.
Το Κράτος Πρόνοιας, με τον τρόπο που θεμελειώθηκε σε συγκεκριμένες θεσμικές δομές δεν υφίσταται πια. Το τι μέλλει γενέσθαι λίγο-πολύ το διαισθανόμαστε. Η έλλειψη δημόσιων πόρων αδυνατεί πλέον να χρηματοδοτήσει την Υγειονομική περίθαλψη σε όλο το εύρος των απαιτήσεων της, εξαναγκάζοντας τη χώρα να αποβάλλει από πάνω της οτιδήποτε θεωρεί «περιττό» να συντηρεί, με κόστος που δεν μπορεί να αναλάβει υπεύθυνα, μετατοπίζοντας έτσι τον τρόπο λειτουργίας της, αναπροσαρμόζοντας τις προτεραιότητές της. Ο προϋπολογισμός της φαρμακευτικής δαπάνης αρνείται να δικαιολογήσει την ποιοτική παροχή δημόσιας φαρμακευτικής περίθαλψης.

Η ανηλεής ώση προς την πλήρη ιδιωτικοποίηση της υγείας δεν αποτελεί πλέον ένα ενδεχόμενο που τρομάζει αλλά μια απευκταία διέξοδο που εκβιάζεται όχι λόγω των συνθηκών αλλά εξαιτίας μίας κυβερνητικής πολιτικής, που βασίζεται στην αντιμετώπιση του «αναπόφευκτου» που η ίδια έχει μεθοδεύσει να φαίνεται ως τέτοιο. Στο σημείο αυτό έχουμε την υποχρέωση να παρέμβουμε αν δε θέλουμε για μία ακόμη φορά να πάρουνε άλλοι αποφάσεις «για εμάς χωρίς εμάς», χωρίς να ταυτίσουμε τον όρο της «ιδιωτικής περίθαλψης» με αυτόν της «ιδιοκτησίας», μακρυά από ένα γενικότερο αρνητισμό, προσηλωμένο σε μία ανώριμη εμμονή σε παλιές σταθερές μορφές που προσκολλάται σε παρωχυμένες ιδεολογικές προσεγγίσεις αλλά με γνώμονα το συμφέρον της επαγγελματικής μας ευστάθειας που υπό τις σημερινές συνθήκες δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσει. Σε επίπεδο διαπραγμάτευσης, πρέπει να επινοήσουμε και να υποδείξουμε προτάσεις, με στόχο τη δημιουργία ενός νέου περιβάλλοντος, το οποίο όχι μόνο θα μας απαλάσσει από την αβεβαιότητα αλλά θα στηρίζεται στις πραγματικές ανάγκες της φαρμακευτικής περίθαλψης, χωρίς να μετατρέπεται το δικαίωμα της στοιχειώδους παροχής της σε προνόμοιο λίγων.

Η έλλειψη της οικονομικής ρευστότητας από την άλλη, δεν αφήνει περιθώρια να καταστρώσουμε μεγαλόπνοα σχέδια επιχειρηματικής δράσης. Έχουμε όμως στα χέρια μας το μεγαλύτερο κομμάτι του χονδρεμπορίου, που δημιουργήθηκε μέσα από τη συνεταιριστική ιδέα. Οποιαδήποτε επενδυτική δραστηριότητα απομακρύνεται από την προοπτική ενδυνάμωσης των ΣΥΦΑ, θα αποδειχθεί αποπροσανατολιστική, ματαιόδοξη και τελικά ζημιογόνος, αν δε συναγωνίζεται και δεν ανταμοίβει τη συλλογική μας μέχρι σήμερα κυριαρχία στο χώρο της φαρμακευτικής αγοράς. Το μεγάλο μας όπλο είναι οι ΣΥΦΑ. Αυτούς οφείλουμε να προστατεύσουμε κατά κύριο λόγο, με την προΫπόθεση όμως οτι και οι ίδιες οι διοικήσεις τους δεν αυτονομούνται και δε διαταράσουν την «ωσμωτική» σχέση εμπιστοσύνης, επάνω στην οποία χτίστηκε το λαμπρό οικοδόμημα των ΣΥΦΑ.
Σίγουρα, οι ομαδικές πρωτοβουλίες περί δημιουργίας δικτύων, μπορεί να αποδειχθούνε κερδοφόρες, στο βαθμό όμως που επιβάλλει η ωριμότητα με την οποία αντιλαμβανόμαστε την ωφελιμότητα μίας μαζικής παραγγελίας, σε σχέση πάντα με την αγοραστική δύναμη του κοινού. Εξακολουθώ όμως να αναρωτιέμαι γιατί δεν αξιοποιούνται τα ποικίλου ενδιαφέροντος οφέλη που απορρέουν για το επάγγελμα μας από την κατοχύρωση της δραστικής ουσίας. Η συνταγογράφηση με βάση τη δραστική ουσία θα μπορούσε να διευρύνει τους επιχειρηματικούς ορίζοντες του κλάδου, ταυτίζοντας απόλυτα την επιχειρηματικότητα με τη μοναδικότητα της επιστημονικής μας εξειδίκευσης, δρομολογώντας επενδυτικά σχέδια αντίστοιχης εμβέλειας με αυτή των ΣΥΦΑ, επεκτείνοντας τη δράση μας στο χώρο της βιομηχανίας. Θέλω να πιστεύω οτι η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου, συμπεριλαμβάνεται στο πλάνο της ΟΣΦΕ.

Κλείνοντας αυτήν την προσωπική και ομολογουμένως μεγάλη σε έκταση αφηγηματική - κυρίως – επιστολή, επιλέγω συνειδητά, να μην επικεντρωθώ σε συνδικαλιστικά λάθη, «τιμωρώντας» μέσα από ακόμα ένα γραπτό κείμενο την ηγεσία του κλάδου. Άλλωστε, στο συνδικαλισμό δεν υπάρχει τιμωρία ή ανταμοιβή παρά συνέπειες. Επιλέγω επίσης να μην εμβαθύνω σε επί μέρους ζητήματα που απασχολούνε τον κλάδο σήμερα, μιας και το περιεχόμενο της επιστολής δεν έχει τέτοιο σκοπό. Ως μέλος της Πανελλήνιας Φαρμακευτικής Συμμαχίας, εκφράζομαι συνδικαλιστικά μέσα από την παράταξη που δημιουργήθηκε για να υπερασπίσει τα συμφέροντα του φαρμακοποιού και μόνο, χωρίς κομματική χειραγώγηση, διεκδικώντας έτσι όλα όσα η σημερινή ηγεσία απλόχερα χάρισε.
Παρ’ όλο που η σημερινή ηγεσία, εξέφραζε συνεχώς μία αόριστη επιθυμία για ενότητα και κοινή σύμπλευση, στην πραγματικότητα επέβαλε την πειθαρχία στις δικές της παραταξιακές αποφάσεις, των οποίων η απώλεια αποτελεσματικότητας και ευκρίνειας, δυστυχώς καθήλωσαν τον κλάδο σε μία νοσηρή κατάσταση που απλώς ανέχεται, εγκαταλείποντας όμως έτσι τους αδύνατους και πιο ευάλωτους. Είναι αυτονόητο, ότι για να αλλάξει το αύριο θα πρέπει να αλλάξουμε το σήμερα. Επειδή όμως «δε γίνεται να αλλάξει το αύριο βασιζόμενοι στο χθες», οι εκλογές του Νοεμβρίου, αποτελούνε μία μοναδική ευκαιρία, για να γεννηθούνε νέες προοπτικές τόσο σε επίπεδο ενδογενών λύσεων όσο και σε επίπεδο διαπραγμάτευσης, έτσι ώστε ο κλάδος να απαγκιστρωθεί από την ανεκτικότητα, το συμβιβασμό και τη μοιρολατρία που οδηγεί στο μαρασμό.

Ένας κλάδος που στοχοποιήθηκε άδικα όσο κανένας στη μνημονιακή Ελλάδα, ένας κλάδος που είχε πολλά και τα έχασε όλα, ένας κλάδος που πέρασε και εξακολουθεί να περνάει πολλά, ένας κλάδος που μόνο ωφέλησε και δεν έβλαψε ποτέ την ελληνική κοινωνία, αξίζει το λιγότερο μία αναγνώριση...μία επιβράβευση και πάνω απ’ όλα...αξίζει τη δικαίωση που να πάρει η ευχή!! Όχι άλλα δάκρυα λοιπόν. Ανασύνταξη δυνάμεων, πίστη, επιμονή και αποφασιστικότητα!

Χαλιγιάννης Ηλίας

Πρόεδρος Φαρμακευτικού Συλλόγου Ν. Ροδόπης