Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Η φαρμακευτική πολιτική, η Δικαιοσύνη και το παράδειγμα της δραστικής

Tην τελευταία εβδομάδα οι εκπρόσωποι των κομμάτων είχαν την ευκαιρία να τοποθετηθούν όσον αφορά τη φαρμακευτική πολιτική στην εκδήλωση του ΠΦΣ  "Φάρμακο και Υγεία: η μετάβαση από τις περικοπές στις παροχές".  Ένα από τα θέματα που ίσως περίμεναν να ακούσουν όλοι οι φαρμακοποιοί ήταν το θέμα της αποζημίωσης τους, τόσο για τις υπηρεσίες που αγόγγυστα και καθημερινά προσφέρουν ακόμη και στις πιο απομονωμένες περιοχές της χώρας, όπου δεν υπάρχουν άλλες μονάδες υγείας, όσο και για τη συμβολή τους στην προσβασιμότητα των ασθενών στο φάρμακο και τις υπόλοιπες εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες που προσφέρουν δωρεάν, εξοικονομώντας τεράστια κονδύλια από την ιατροφαρμακευτική δαπάνη περίθαλψης. Όλοι αναγνώρισαν τον αναντικάστατο ρόλο του Έλληνα φαρμακοποιού και τη συνεχιζόμενη προσφορά του στην Ελληνική κοινωνία παρά την ευθαρσώς συνομολογούμενη οικονομική του αιμορραγία την οποία αναγκαστικά απέδωσαν σε πολιτικές επιλογές που συνάδουν με τα πρότυπα άλλων χωρών. ‘’Ξέχασαν’’ όμως ίσως να επισημάνουν το τι πραγματικά συμβαίνει σε άλλες χώρες σε σχέση με τις αμοιβές των φαρμακοποιών και την επαγγελματική αναγνώριση που απολαμβάνουν στην πράξη μέσω του σταθερού περιβάλλοντος εργασίας που τους παρέχεται από την πολιτεία, όπως και τις σύγχρονες πολιτικές υγείας του άξονα «Ευρώπη – Ορίζων 2020», που επικεντρώνονται στην πρόληψη και αγωγή υγείας, καθώς και στην προσβασιμότητα των πολιτών στο φάρμακο.
 Η αλά καρτ επιλογή πολιτικών ήταν κάτι που όλοι οι φαρμακοποιοί βιώσαμε, όπως και η αντιμετώπιση της φαρμακευτικής δαπάνης ως ενός στεγνού και υπεράνω των ανθρωπίνων αναγκών, απόλυτου και διαρκώς μειούμενου αριθμού, άνωθεν και έξωθεν επιβαλλόμενου, τη στιγμή που ακόμα και στο πρόσφατο συνέδριο των Financial Times για την υγεία όλοι ομονοούσαν πως η ανάκαμψη της Ελληνικής οικονομίας μπορεί και πρέπει να γίνει με επενδύσεις στην υγεία. Βέβαια ακόμη και όταν υιοθετήθηκαν πολιτικές εξοικονόμησης πόρων, όπως η εφαρμογή της δραστικής ουσίας και η επιλογή του σκευάσματος από τον ασθενή με τη βοήθεια του φαρμακοποιού, υπήρξαν αντιδράσεις  και προσφυγές από σύσσωμο τον ιατρικό κόσμο.
Έτσι, το 2012, ακολουθώντας το μοντέλο της συντριπτικής πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών χωρών με Απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας  (ΦΕΚ Β’ 3057/18.11.2012), υιοθετήθηκε και από την Ελλάδα η μέθοδος της μείωσης της φαρμακευτικής δαπάνης δια της σταδιακής επέκτασης της χρήσης των γενοσήμων φαρμάκων. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως των Ιατρικών Συλλόγων, κρίνοντας ως αβάσιμους τους λόγους που επικαλείτο σύσσωμος ο ιατρικός κλάδος κατά της εφαρμογής της συνταγογράφησης με βάση τη δραστική ουσία και όχι την εμπορική ονομασία. Ταυτόχρονα δε, απεδέχθη με πανηγυρικό τρόπο, στο σύνολό τους, τα επιχειρήματα των φαρμακοποιών που προβλήθησαν υπό του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής, κρίνοντας τα ως νόμιμα, βάσιμα και αληθή και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συνταγογράφηση των φαρμάκων, με βάση τη δραστική ουσία, δεν προσκρούει σε καμία συνταγματική και νομοθετική διάταξη, ούτε σε καμία ευρωπαϊκή οδηγία και σαφέστατα δε συνιστά ουδένα λόγο υποβάθμισης της δημόσιας υγείας.
Πιο συγκεκριμένα, επί του ζητήματος αυτού η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποφάνθη ως εξής:  


Το φάρμακο συνιστά σημαντικότατο παράγοντα στην πρόληψη και τη θεραπεία της ασθένειας και ως εκ τούτου, ο φαρμακοποιός είναι ο μόνος καθ’ ύλην ειδικός στον τομέα διακίνησής του, λόγω της επιστημονικής του κατάρτισης.  Ο φαρμακοποιός δεν είναι ένας απλός μεταπωλητής φαρμάκων, αλλά αντιθέτως λόγω της επιστημονικής του κατάρτισης, ασκεί δημόσιο λειτούργημα, ήτοι ένα επάγγελμα, το οποίο συναρτάται άρρηκτα με την προστασία της δημόσιας υγείας, που κατοχυρώνεται συνταγματικώς στο άρθ. 21 παρ. 3.  Ειδικώτερα, το εν λόγω δικαίωμα εξειδικεύεται στην αξίωση των πολιτών προς το Κράτος να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου.
Με την εν λόγω Υπουργική Απόφαση εισάγεται η υποχρεωτική συνταγογράφηση βάσει της δραστικής ουσίας και σε καμία περίπτωση δε φαίνεται να υποκαθίσταται ο ρόλος του ιατρού από τον φαρμακοποιό, αφού, όπως ρητώς διαλαμβάνεται στο σκεπτικό και των τριών αποφάσεων της Ολομελείας (3802/2014, 3803/2014 και 3804/2014 Ολομ. ΣτΕ) ‘ «Με τη ρύθμιση αυτή ο φαρμακοποιός δεν μεταβάλλει το περιεχόμενο της ιατρικής  συνταγής, η οποία, καταρχήν, αναφέρει μόνο την κατάλληλη για την αντιμετώπιση της πάθησης του ασθενούς δραστική ουσία και προσδιορίζει την ενδεδειγμένη φαρμακοτεχνική μορφή και περιεκτικότητα. Συνεπώς, ο φαρμακοποιός δεν επεμβαίνει στο έργο του ιατρού».
Ως εκ τούτου, η κατοχύρωση της συνταγογράφησης με βάση τη δραστική ουσία, αποτελεί θεμέλιο λίθο, προκειμένου να περιχαρακωθεί θεσμικά το επάγγελμα του επιστήμονα φαρμακοποιού εν γένει και παράλληλα να αξιοποιηθεί ο εξέχων επιστημονικός του ρόλος στην αλυσίδα παροχής πρωτοβάθμιας περίθαλψης, με το να συμβάλλει στην επιλογή του καλύτερου ανά ασθενή φαρμάκου.  Το φάρμακο δεν αποτελεί αυτό καθ’ εαυτό φαρμακευτικό σκεύασμα υπό την εμπορική του ονομασία, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι η δραστική ουσία που περιέχει. Ειδικότερα, η υποχρεωτική συνταγογράφηση με βάση τη δραστική ουσία δεν οδηγεί επ’ ουδενί στη χορήγηση ακατάλληλου φαρμάκου, καθ’ ότι τα γενόσημα φαρμακευτικά σκευάσματα συνιστούν φάρμακα ουσιωδώς όμοια με τα πρωτότυπα φάρμακα.
            Η υποχρεωτική, καθολική συνταγογράφηση με βάση τη δραστική ουσία από πλευράς των ιατρών δεν υποβαθμίζει ούτε θέτει σε κίνδυνο την υγεία των πολιτών και δεν έρχεται σε καμία αντίθεση με συνταγματική ή νομοθετική διάταξη ή ευρωπαϊκή οδηγία, όπως περίτρανα έκρινε η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της χώρας μας, επισφραγίζοντας τοιουτοτρόπως ότι η παρέμβαση του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής, που αποτελεί τοποτηρητή της πιστής εφαρμογής της φαρμακευτικής νομοθεσίας, προάγοντας τα συμφέροντα των φαρμακοποιών και προστατεύοντας τη δημόσια υγεία, ήταν καθ’ όλα νόμιμη και καθοριστική, όπως δηλώνει χαρακτηριστικά και η κυρία Σοφία Αγγέλου, η οποία παραστάθηκε στο ΣτΕ εκπροσωπώντας το ΦΣΑ και ουσιαστικά όλους τους φαρμακοποιούς.

Με το μέτρο αυτό η διείσδυση των γενοσήμων σε όγκο ξεπέρασε το 60% που ήταν ο αρχικός στόχος και εξοικονομήθηκαν πόροι για την υγεία. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί το τι συμβαίνει στη Γαλλία, όπου οι φαρμακοποιοί έχουν από το 1999 το δικαίωμα υποκατάστασης πρωτότυπου με γενόσημο φάρμακο, διατηρώντας περιθώριο κέρδους ίσο με εκείνο που αντιστοιχεί στο πρωτότυπο φάρμακο. Μετά την παταγώδη αποτυχία της πολιτικής προώθησης γενοσήμων από τους γιατρούς, το 2006, προσδιορίστηκαν στόχοι για τους φαρμακοποιούς και τη διείσδυση γενοσήμων. Τα αποτελέσματα υπήρξαν θεαματικά και μάλιστα από το Νοέμβριο του 2013 παρέχεται επιπλέον αμοιβή με μοριοδότηση για την υποκατάσταση με γενόσημα πρωτοτύπων φαρμάκων προκειμένου να εκπληρωθεί ο στόχος του 85% της διείσδυσης γενοσήμων (ROSP), η οποία τελικά ανήλθε σε 5700,00 ευρώ περίπου ετησίως ανά φαρμακείο.         

Περιμένουμε εύλογα λοιπόν η φαρμακευτική πολιτική που θα χαραχθεί να συνάδει με τις σύγχρονες και επιτυχημένες ευρωπαϊκές πολιτικές υγείας, καθώς και με το σκεπτικό της Δικαιοσύνης, τόσο όσον αφορά στη φαρμακευτική δαπάνη και τις αποζημιώσεις των φαρμακοποιών, όσο και στην προσβασιμότητα του πολίτη στο φάρμακο και την αγωγή και πρόληψη υγείας. Μόνον έτσι θα εξοικονομηθούν πόροι και οι πολίτες ταυτόχρονα θα απολαμβάνουν ένα υψηλό επίπεδο υπηρεσιών υγείας.  



ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ  ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ  ΣΥΜΜΑΧΙΑ